Συνείδηση και Ύλη. Πως Σχετίζονται;.| Ελένη Εξηνταβελώνη

Ελένη Εξηνταβελώνη 


 

2Το να επιχειρήσομε  –είτε ως φιλόσοφοι, είτε ως επιστήμονες – να αναπτύξομε σε λίγες σελίδες ένα  θέμα τέτοιου εύρους, θαρρώ πως είναι τόλμημα, καθώς ούτε για το τι είναι ύλη μπορούμε να αποφανθούμε με βεβαιότητα, ούτε έναν ακριβή και κοινώς αποδεκτό ορισμό της συνείδησης μπορούμε να δώσουμε. 

Στα πλαίσια του θέματος θα προσεγγίσομε το ερώτημα όπως τίθεται στις φυσικές επιστήμες, στις νευροεπιστήμες και στις φιλοσοφικές σχολές σκέψης και θα κλείσομε με τις προτάσεις όπως αυτές δίδονται από την θεοσοφική εσωτερική παράδοση και την Αρχαία Σοφία. 

Το  ερώτημα περί ύλης και συνείδησης το συναντούμε με τις εξής διατυπώσεις:

Η Ύλη και η Συνείδηση είναι δύο εντελώς διαφορετικές αρχές /οντότητες; Η μία υλική και η άλλη άυλη; Και αν είναι έτσι, τότε πώς αλληλεπιδρούν και επικοινωνούν μεταξύ τους;

Η Συνείδηση είναι ανεξάρτητη του σώματος, άρα επιβιώνει μετά θάνατον;

Που βρίσκεται η έδρα της Συνείδησης ;

Συνείδηση υπάρχει και σε άλλους οργανισμούς εκτός του ανθρώπου;

Οι εξελίξεις στις νευροεπιστήμες και στις φυσικές επιστήμες τα τελευταία έτη, έχουν θέσει το ερώτημα σε πιο συγκεκριμένη βάση:

Μπορεί  ένα υλικό όργανο όπως ο εγκέφαλος να παράγει άυλες εμπειρίες, νου και συνείδηση;

Τα νευρωνικά φαινόμενα είναι αυτά που παράγουν τα ψυχονοητικά;

Οι εγκεφαλικές λειτουργίες και οι βιολογικοί μηχανισμοί προκαλούν τις πάσης φύσεως νοητικές διεργασίες; 

Πως απαντούν οι εσωτερικές παραδόσεις στο ερώτημα; Πόσο αληθής και βάσιμη είναι η πεποίθηση που απαντάται σε μέλη εσωτερικών κύκλων σχετικά με την πρωτοκαθεδρία και ανωτερότητα της συνείδησης και ποιοι λόγοι οδηγούν στην απαξίωση ή περιφρόνηση της ύλης σε κάποιες θρησκευτικές παραδόσεις ή σχολές σκέψης; 

Στα ερωτήματα έχω  εισαγάγει έννοιες όπως ψυχισμός, νοητικές λειτουργίες, νους, συναίσθημα, συνειδητές εμπειρίες και από αυτό διαφαίνεται ήδη πώς ορίζεται στο θέμα μας η συνείδηση. Θα εμείνω  στον ορισμό, καταγράφοντας από ένα λεξικό:

Ο όρος Συνείδηση προέρχεται από το ρ. «σύνοιδα» = γνωρίζω καλά.

Ορίζεται ως: 1. η ξεκάθαρη γνώση που έχει κανείς για κάτι. 2. ψυχολ. Η ικανότητα αντιλήψεως όσων συμβαίνουν στον εξωτερικό κόσμο, αλλά και στη διάνοια του ανθρώπου. 3.(κατά τους συμπεριφοριστές) η συμπεριφορά κατά την οποία το άτομο βρίσκεται σε κατάσταση εγρήγορσης και έχει την ικανότητα να αντιδρά στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, σε αντίθεση με την κατάσταση του ύπνου. 4. (σύμφωνα με την ψυχιατρική) η συνθετική λειτουργία που επιτρέπει σε ένα υποκείμενο να συλλαμβάνει διανοητικά την κατάσταση στην οποία βρίσκεται κάθε φορά με τη βοήθεια της γνώσης της προσωπικότητάς του και να αποκτά ιδέα για την μελλοντική του κατάσταση. 5. η ικανότητα κάποιου να αποκτά γνώση για τον εαυτό του, η οποία τον διακρίνει από τους άλλους και τον κόσμο που τον περιβάλλει –συλλογική συνείδηση, ταξική συνείδηση, εθνική κ.α. 6. η έμφυτη ιδιότητα του ατόμου να ενεργεί με βάση ηθικούς κανόνες και να διακρίνει το καλό από το κακό. –τον ελέγχει η φωνή της συνείδησής του, το κάνω για να έχω ήσυχη την συνείδησή μου, τύψεις συνειδήσεως…[1] 

Ως εκ τούτου η συνείδηση είναι μία κατάσταση  συνδεδεμένη με την γνώση, την ικανότητα αντίληψης, αίσθησης, ενίοτε και ερμηνείας ή κατανόησης τόσο του εξωτερικού περιβάλλοντος, όσο και του εσωτερικού μας περιεχομένου (ψυχικού, συναισθηματικού, νοητικού), οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση ταυτίζεται με την Αυτεπίγνωση και την Αυτοσυνειδητότητα. 

Οι νευροεπιστήμονες έχουν αποδείξει ότι οι νοητικές διεργασίες συσχετίζονται με την δομή και λειτουργία του εγκεφάλου και ότι αυτή ή εκείνη η εγκεφαλική δομή είναι αναγκαία για αυτό ή τούτο το ψυχολογικό φαινόμενο.  Κανείς όμως δεν φαίνεται να προτείνει ένα πειστικό παραγωγικό πρότυπο βάσει αυτών των ενδείξεων. Ένα παραγωγικό πρότυπο που να δείχνει ότι κάθε είδους ψυχική και νοητική λειτουργία γεννάται από τους βιολογικούς μηχανισμούς.

Αυτό το ζήτημα εξετάσθηκε ενδελεχώς και επί σειρά ετών σε ένα διεπιστημονικό Συμπόσιο με θέμα «Εγκέφαλος και Συνείδηση», το οποίο διεξήχθη  σε τρεις κύκλους  (2003-2007).  Σε αυτό το συμπόσιο συμμετείχαν 15-20 επιστήμονες από διάφορους επιστημονικούς τομείς και εκφράσθηκαν απόψεις αντιπροσωπευτικές των δύο βασικών θέσεων που απαντώνται σε κάποια τους μορφή τόσο στον εσωτερισμό και στην φιλοσοφία  όσο και στις επιστήμες: της Δυαρχίας και του Μονισμού. 

Η Δυαρχία ή Δυισμός είναι η θεωρία αυτή που υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι ένα σύνθετο ον αποτελούμενο από δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους υποστάσεις: το σώμα και την ψυχή. Η Συνείδηση (Πνεύμα ή Ψυχή)  δημιουργεί την ύλη και υπάρχει ανεξάρτητα από το σώμα. Ή όπως διατυπώνεται από τον Πλάτωνα, οι Ιδέες είναι αυθύπαρκτες και είναι το ποιητικό αίτιο του αισθητού κόσμου.

Ο Μονισμός, και δη ο Υλιστικός Μονισμός (σε αντίθεση με τον Ιδεοκρατικό μονισμό που θεωρεί ότι δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από το Πνεύμα) υποστηρίζει ότι η ψυχή και οι λειτουργίες της είναι προϊόντα των φυσιολογικών λειτουργιών του εγκεφάλου. Στην φιλοσοφία ο Αριστοτέλης και ο Σπινόζα, χωρίς ωστόσο να μπορούν να ταυτισθούν με τους σημερινούς υλιστές επιστήμονες, θεωρούσαν ότι ψυχή και σώμα δεν αποτελούν δύο ανεξάρτητες μεταξύ τους υποστάσεις, αλλά συγκροτούν μία ενιαία και αδιάσπαστη ενότητα. 

Στο εν λόγω συμπόσιο όντας οι συμμετέχοντες από τον χώρο της επιστήμης, δεν υπήρξαν καθαρά Δυιστικές θέσεις, αλλά απόψεις που έτειναν προς  κάποιο δυιστικό μοντέλο ερμηνείας. Οι εκφραστές του Μονισμού, 2-3 κλασσικοί νευροφυσιολόγοι-  υποστήριζαν ότι ο  νους και η συνείδηση ανάγεται στο βιοχημικό και ηλεκτροχημικό μόρφωμα ύλης που λέγεται εγκέφαλος και οι  νοητικοί μηχανισμοί δεν είναι τίποτα λιγότερο τίποτα περισσότερο από τους αντιστοιχούντες σε αυτούς βιολογικούς μηχανισμούς. 

 Οι περισσότεροι ωστόσο   χαρακτήρισαν ως «γνωσιολογική αφέλεια» την πεποίθηση ως προς την επάρκεια των μοντέλων περί παραγωγής των ψυχικών λειτουργιών από τον εγκέφαλο. 

Ο τροπή που πήρε το συμπόσιο και οι τοποθετήσεις υπήρξαν πράγματι εντυπωσιακές και άκρως ενδιαφέρουσες και ελάχιστα απέχουν από το να θεωρηθούν  εσωτερικές και μυστικιστικές.

Θα καταγράψω κάποιες συμπερασματικές ιδέες του συντονιστή του Συμποσίου Καθηγητή Ανδρέα Παπανικολάου [2].

Ονομάζει «αφελή ρεαλισμό» την άποψη ότι τα αισθητά /υλικά είναι φύσει ανόμοια των νοητών. Παρατηρεί ότι για να υπερβούμε την δυιστική και δη καρτεσιανής αναφοράς προκατάληψη περί ύπαρξης πραγματικότητας διχοτομημένης με στεγανά, η αναζήτηση θα μπορούσε να στραφεί στη διαμόρφωση μιας νέας έννοιας υλικότητας με δυναμικά εξελισσόμενο και πολυεπίπεδο περιεχόμενο. Όπως θα δείξει, παραθέτοντας σύγχρονες απόψεις κυρίως της κβαντικής φυσικής, καμιά από τις ιδιότητες που θεωρούμε κατεξοχήν υλικές (καθοριστικές της ουσίας της ύλης), όπως αδιαπερατότητα, μάζα, όγκος κ.λ.π, δεν είναι  ιδιότητες της ύλης.  

Προτείνει το μοντέλο της «Μετακλασικής φυσικής», σύμφωνα με το οποίο όλες οι ιδιότητες των αισθητών αντικειμένων που μπορούν να τεκμηριωθούν εμπειρικά (μέσω μετρήσεων) είναι αποτέλεσμα συμπράξεως ή προϊόν των μετρήσεων (και των συνειδήσεων που τις ερμηνεύουν) και ενός ακαθόριστου –πριν την αλληλεπίδραση- ΚΑΤΙ. Αυτό το κάτι ή Άπειρο, επομένως δεν έχει αφ’ εαυτού καμιά από τις αισθητές και μετρήσιμες ιδιότητες που, συνήθως, θεωρούμε ιδιότητες των αισθητών.

Εάν ύλη είναι αυτό το κάτι με το οποίο αλληλεπιδρώντας η συνείδηση δημιουργεί τα αισθητά, η ύλη δεν έχει καμία από τις ιδιότητες που και ο αφελής ρεαλισμός και η κλασική φυσική της αποδίδουν, και η οποία την καθιστά το άκρως αντίθετο του συνειδέναι.

Ιδιότητες που είναι λογικώς αναγκαίο να αποδώσουμε σε αυτό το ακαθόριστο κάτι:

Ύπαρξη, Διαχρονική σταθερότητα , Κίνηση,  Ευταξία

Όλες αυτές είναι , επίσης , ιδιότητες του συνειδέναι.

Και καταλήγει: «εφόσον απ΄όλες τις ιδιότητες που θεωρούσαμε (ως αφελείς ρεαλιστές κλασικά σκεπτόμενοι) καθοριστικές της ύλης, καμιά τους δεν είναι τω όντι ιδιότητα της ύλης (του ακαθόριστου κάτι πριν γίνει συγκεκριμένο αισθητό), και εφόσον οι αναγκαίες ιδιότητες της ύλης που εξετάσθηκαν χαρακτηρίζουν επίσης και το συνειδέναι, είναι πιθανότερο όλα τα φαινόμενα να είναι τω όντι ομοιογενή και η ύλη και η συνείδηση να έχουν επίσης όμοια παρά ανόμοια φύση –στην οποία περίπτωση παραγωγικά πρότυπα για το πώς ο αισθητός εγκέφαλος παράγει επιγνώσεις είναι και εφικτά και δυνάμει πειστικά» [3]. 

Και άλλοι επιστήμονες όπως ο Stuart Hameroff, ο Roger Penrose  και ο Δημήτρης Νανόπουλος θα προτείνουν μία ριζική αλλαγή του υποδείγματος που χρησιμοποιεί η κλασσική νευρολογία. Θεωρούν ότι η εστίαση της μελέτης είναι απαραίτητο να μετατεθεί από το επίπεδο του νευρώνα και του δικτύου συνάψεών τους, σε πιο θεμελιώδες επίπεδο, δηλαδή στα μοριακά συστατικά του νευρώνα. Θα δείξουν ότι η συνείδηση είναι μία εκδήλωση της κβαντικής φύσης του εγκεφάλου, συνδέοντάς την με τους μικροσωληνίσκους των εγκεφαλικών νευρώνων. 

Ο Roger Penrose (Μαθηματικός, Φυσικός, Essex Αγγλίας 1931-) επιχείρησε να δείξει ότι η προσπάθεια εξομοίωσης του εγκεφάλου με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει μηχανές με  πραγματική συνείδηση. Πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει: «εφόσον ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί σε αυτό το βαθύτερο επίπεδο (στους μικροσωληνίσκους) τότε η πολυπλοκότητα αυξάνει τόσο πολύ που οι υπολογιστές δεν θα μπορέσουν ούτε θεωρητικά να προσεγγίσουν τη λειτουργία του. Και εφόσον αυτές οι μονάδες λειτουργούν κβαντικά, προστίθεται μία ακόμα διάσταση στη λειτουργία του εγκεφάλου που τον απομακρύνει ακόμη περισσότερο από τους υπολογιστές που λειτουργούν αλγοριθμικά»[4].

Τονίζει επίσης πως «για να μπορέσει η Φυσική να εξηγήσει κάτι τόσο ξένο προς την τρέχουσα φυσική εικόνα, όπως το φαινόμενο της συνείδησης, πρέπει να περιμένουμε μια βαθιά αλλαγή - μια αλλαγή που θα μεταβάλλει τα ίδια τα θεμέλια της φιλοσοφικής μας άποψης για τη φύση της πραγματικότητας».

Ο Νευροεπιστήμονας Sir John Eccles (1903-1997) απορρίπτει την υλιστική άποψη σαν "πρόληψη" και υποστηρίζει τη δυαδική διαδραστικότητα: υποστηρίζει ότι υπάρχει ένας ψυχικός κόσμος μαζί με τον υλικό κόσμο, και ότι ο νους μας ή ο εαυτός μας ενεργεί στον εγκέφαλο (ειδικά η συμπληρωματική κινητήρια περιοχή του νευροφλοιού) στο κβαντικό επίπεδο, αυξάνοντας την πιθανότητα της πυροδότησης επιλεγμένων νευρώνων (Eccles, 1994, Giroldini, 1991). Υποστηρίζει ότι ο νους όχι μόνο δεν είναι φυσικός, αλλά απολύτως μη υλικός και μη στερεός.    Παρ' όλα αυτά, αν δεν σχετίζονταν με κάποιο είδος ουσίας, θα ήταν μια φτωχή αφαίρεση και γι' αυτό ανήμπορος να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή στο φυσικό κόσμο.

Μερικοί ερευνητές βλέπουν μια σχέση μεταξύ της συνείδησης και του κβαντικού κενού: για παράδειγμα, ο Charles Laughlin (1996) υποστηρίζει ότι οι νευρωνικές δομές που μεσολαβούν για την συνείδηση ίσως να αλληλεπιδρούν μη-τοπικά με το κενό (ή κβαντική θάλασσα), ενώ ο Edgar Mitchell (1996) πιστεύει ότι, τόσο η ύλη όσο και η συνείδηση απορρέουν απ' το ενεργειακό δυναμικό του κενού.

Ένας σπουδαίος επιστήμονας και μεγάλος στοχαστής που είναι γνωστός για τις εργασίες του πάνω στην Ολότητα και τη Διασύνδεση είναι ο Φυσικός και Φιλόσοφος David Bohm (Πενσυλβάνια 1917-1992).  Στο ριζοσπαστικό του έργο «Ολότητα και Ενδογενής Τάξη», στο οποίο διαφαίνονται και οι επιρροές που δέχθηκε από την γνωριμία του και τους συνεχείς διαλόγους του με τον Ινδό φιλόσοφο Jiddu Krishnamurti, ο Bohm πρότεινε ένα νέο μοντέλο πραγματικότητας που ήταν μία επαναστατική πρόκληση στην φυσική. Σε αυτό το μοντέλο, όπως και σε ένα ολόγραμμα, οποιαδήποτε στοιχείο περιέχει μέσα του το σύνολο του σύμπαντός του. Η ιδέα του Bohm περί συνόλου συμπεριλαμβάνει και την ύλη και το νου.

Ο Bohm  βλέπει ότι πίσω από το φαινομενικό Χάος και την έλλειψη συνέχειας των ατομικών σωματιδίων της ύλης που περιγράφεται από την Κβαντομηχανική, υπάρχει μια κρυμμένη τάξη. Αυτή η ενδογενής τάξη, όπως την ονομάζει, είναι η πηγή όλης της ορατής φαινομενικής ύλης του χωροχρονικού σύμπαντός μας. Η ενδογενής τάξη έχει άπειρο βάθος. Πιστεύει ότι στα εσώτατα βάθη της έχουν την πηγή τους αλλά και ενοποιούνται η ύλη και η συνείδηση, γι’ αυτό και η συνείδηση είναι παρούσα σε κάποιο βαθμό σε όλες τις υλικές μορφές. «Καθετί υλικό είναι επίσης και νοητικό και καθετί νοητικό είναι επίσης και υλικό, αλλά υπάρχουν ακόμα λεπτότερα επίπεδα ύλης από όσα γνωρίζουμε»[5]. Έλεγε ότι μόνο κάτι πέρα από την σκέψη –η διαίσθηση, η διορατικότητα, η ανώτερη νοημοσύνη- μπορεί να δοκιμάσει το κρυμμένο. Βαθιά μέσα στην ενδογενή τάξη, η σκέψη και η γλώσσα αποτυγχάνουν και μόνο η ιερή σιωπή μπορεί να αποκαλύψει την αλήθεια αυτή η σιωπή είναι η γλώσσα του Όλου που εκφράζεται μέσα από εμάς σε μια ζωή ολότητας παρά κατακερματισμένη.

Η έννοια του ενδογενούς πεδίου θα  μπορούσε να ειδωθεί σαν μια εκτεταμένη μορφή υλισμού, αλλά, λέει, «θα μπορούσε εξίσου να αποκαλείται ιδεαλισμός, πνεύμα, συνείδηση. Ο διαχωρισμός των δύο –ύλης και πνεύματος- αποτελεί μία αφαίρεση. Το έδαφος είναι πάντα ένα».[6] 

Σε αυτές τις λαμπρές μορφές της επιστήμης μπορούμε να παρατηρήσομε την κοινή πεποίθηση, ή «υπόθεση εργασίας» έστω, ότι η ύλη και η συνείδηση ενοποιούνται σε ένα βαθύτερο επίπεδο ύπαρξης. Το «κάτι» του Παπανικολάου ή τα θεμελιώδη κβαντικά επίπεδα και η «κενότης» των νευροφυσιολόγων, καθώς  και η «ενδογενής τάξη» του Bohm αποτελούν το υπόστρωμα κάθε εκδηλωμένου κόσμου, και πολλοί επιστήμονες αποδέχονται αυτήν την άποψη δίνοντας ανά περίπτωση διαφορετικό όνομα σε αυτό το υπόστρωμα. Για την εσωτερική παράδοση, η ύπαρξη μίας ομοιογενής θείας Ουσίας-Αρχής,  μίας Ριζικής Αιτίας από όπου προβάλλουν όλα και γύρω από την οποία έλκονται, αποτελεί  θεμελιώδη  Νόμο αυτού του συστήματος.

Πολλές από τις  καινοτόμες  αυτές ιδέες των στοχαστών  πλησιάζουν το να είναι μυστικιστικές. Ας τις παρακολουθήσομε στην εσωτερική τους ορολογία όπως καταγράφονται από την Έλενα Μπλαβάτσκυ στην Μυστική Δοξασία  καθώς μεταφέρονται σε Χώρο και Χρόνο. (Θα τις παραθέσω σχεδόν αυτούσιες. Τυχόν δικά μου σχόλια θα βρίσκονται σε αγκύλες.)

Σύμφωνα με την Αρχαία Σοφία υπάρχει μία Απόλυτη Πραγματικότητα (Παραμπράχμαν) που προηγείται κάθε  εκδηλωμένης, εξαρτημένης ύπαρξης. Είναι η Άπειρη και Αιώνια Αιτία, η χωρίς-ρίζα Ρίζα όλων όσων υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν.

Η Συνείδηση (Πνεύμα) και η Ύλη  είναι οι δύο όψεις του Απολύτου και δεν πρέπει να θεωρούνται σαν ανεξάρτητες πραγματικότητες.

Η αντίθεση αυτών των δύο όψεων του Απολύτου είναι απαραίτητη για την ύπαρξη του εκδηλωμένου σύμπαντος. Χωρίς την Κοσμική Ουσία, η Κοσμική Ιδεοπλασία δεν μπορεί να εκδηλωθεί σαν ατομική συνείδηση, γιατί μόνο μέσω ενός υλικού φορέα (ουπάντχι) μπορεί η συνείδηση να αναβλύσει σαν «εγώ είμαι». Μια φυσική βάση είναι απαραίτητη για να εστιασθεί μια ακτίνα του Παγκόσμιου Νου σε ένα ορισμένο βαθμό συνθετότητας. Από την άλλη χωρίς την Κοσμική Ιδεοπλασία, η Κοσμική Ουσία θα παρέμενε μια άδεια αφαίρεση και δεν θα μπορούσε να προκύψει η ανάδυση της συνείδησης.[7]

 [Η Κοσμική Ιδεοπλασία (Θεία Σκέψη, Πνεύμα ή Παγκόσμιος Νους), είναι η ρίζα κάθε ατομικής συνείδησης, ενώ η Κοσμική Ουσία είναι το υπόστρωμα της ύλης στους διάφορους βαθμούς διαφοροποίησής της. Ο όρος Ύλη στην εσωτερική παράδοση δεν αναφέρεται μόνο στις πυκνές μορφές και στις υλικές διαβαθμίσεις, αλλά και στις πλέον λεπτοφυέστες αιθέριες καταστάσεις  που δεν είναι δυνατόν (ακόμα) να μετρηθούν με τα υπάρχοντα συνήθη αισθητήρια ή επιστημονικά όργανα. Η Κοσμική Ουσία είναι ταυτόσημη με την Πρωτύλη των Αλχημιστών και το Ακάσα των Ινδουιστών.] 

Το εκδηλωμένο σύμπαν επομένως διαποτίζεται από την δυαδικότητα, η οποία είναι κατά κάποιο τρόπο η ίδια η ουσία της Ύπαρξής του σαν εκδηλωμένο. Και όπως οι αντίθετοι πόλοι του υποκειμένου και αντικειμένου, του πνεύματος και της ύλης, δεν είναι παρά όψεις της Μίας Μονάδας στην οποία συντίθενται, έτσι και στο εκδηλωμένο σύμπαν υπάρχει εκείνο που  συνδέει το πνεύμα και την ύλη, το υποκείμενο με το αντικείμενο. Αυτό ονομάζεται από τους αποκρυφιστές ΦΟΧΑΤ (έρωτας).  Είναι η γέφυρα μέσω της οποίας οι Ιδέες που υπάρχουν στην Θεία Σκέψη εντυπώνονται στην Κοσμική ύλη σαν «Νόμοι της Φύσης». 

Έτσι, από το Πνεύμα ή Κοσμική Ιδεοπλασία προέρχεται η συνείδησή μας. Από την Κοσμική Ουσία προέρχονται οι διάφοροι φορείς στους οποίους αυτή η συνείδηση ατομικοποιείται. Ενώ ο Φοχάτ, στις διάφορες εκδηλώσεις του, είναι ο μυστηριώδης δεσμός ανάμεσα στο Νου και στην Ύλη, η εμψυχώνουσα αρχή που ηλεκτρίζει κάθε άτομο και του δίνει ζωή [8] 

Όταν το «ένα γίνεται δύο», τότε μπορεί να αναφερθεί σαν Πνεύμα και ύλη. Κατά τη διάρκεια του Συμπαντικού Πραλάγια [διάλυση, συσκότιση], η Κοσμική Ιδεοπλασία δεν υφίσταται και οι ποικιλοτρόπως διαφοροποιημένες καταστάσεις της Κοσμικής  Ουσίας διαλύονται ξανά, επιστρέφοντας στην αρχέγονη κατάσταση της αφηρημένης εν δυνάμει αντικειμενικότητας. 

Η μανβανταρική ώθηση [εκδήλωση] αρχίζει με την επαναφύπνιση της Κοσμικής Ιδεοπλασίας (του Συμπαντικού Νου) ταυτόχρονα και παράλληλα με την πρωταρχική ανάδυση της Κοσμικής Ουσίας από την αδιαφοροποίητη πραλαγική της κατάσταση. Η αρχικά αδρανής Πρωταρχική Ουσία διαφοροποιείται στα Επτά πεδία της Κοσμικής Συνείδησης από την ώθηση και δράση της Κοσμικής Ενέργειας (Φοχάτ).

Κατά την διάρκεια των Πραλαγικών περιόδων λέγεται ότι η Κοσμική Ιδεοπλασία δεν υπάρχει για τον απλό λόγο πως δεν υπάρχει κανείς και τίποτα για να συλλάβει τα αποτελέσματά της. Δεν μπορεί να υπάρξει εκδήλωση της Συνείδησης ή ημισυνείδησης, παρά μόνο μέσω του φορέα της ύλης. Μόνο μέσω κάποιας μοριακής συγκέντρωσης ή συγκρότησης το Πνεύμα ξεχύνεται σε ένα ρεύμα ατομικής ή υποσυνείδητης υποκειμενικότητας. Και ακριβώς όπως η Ύλη υπάρχουσα ξέχωρα από την αντίληψη είναι μια απλή αφηρημένη ιδέα, έτσι αυτές οι δύο όψεις του Απολύτου –Κοσμική Ουσία και Κοσμική Ιδεοπλασία – είναι αμοιβαία αλληλεξαρτώμενες.

Η Πρωταρχική Ουσία είναι ο πάντα ασύλληπτος Πρωτέας στη Φύση. Βρίσκεται σε  κάθε μόριο εκείνου που μέσα στην πλάνη και αγνοιά μας θεωρούμε σα;ν Ύλη σε οποιαδήποτε από τις καταστάσεις της, ή αντιλαμβανόμαστε σαν ένα αίσθημα, μια σκέψη, ένα συναίσθημα. Με λίγα λόγια είναι ο φορέας κάθε πιθανού φαινομένου φυσικού, νοητικού ή ψυχικού.

Είναι το Ακασά, η σύνθεση του Αιθέρα, και όχι ο Αιθέρας (όπως λανθασμένα έχει μεταφρασθεί.) ο οποίος είναι μία  διαφοροποίηση της Πρωταρχικής Ουσίας. Είναι η ουράνια Παρθένα και Μητέρα κάθε υπάρχουσας μορφής και όντος, από το στήθος της οποίας, μόλις επωάζονται από το Θείο Πνεύμα, έρχονται σε ύπαρξη η ύλη και η Ζωή, η Δύναμη και η Δράση.

Οι Καμπαλιστές λένε ότι αντανακλώμενη στην πρωταρχική ουσία εκείνη η επωάζουσα Αρχή δημιούργησε  την φαντασμαγορία ενός  ορατού εκδηλωμένου σύμπαντος. Σαν Χάος πριν και Αιθέρας μετά την αντανάκλαση είναι ωστόσο η θεότητα που διαπερνάει όλο το Χώρο και τα πράγματα. Είναι το αόρατο άδηλο Πνεύμα των πραγμάτων και το αόρατο, αλλά υπερβολικά απτό ρευστό που ακτινοβολείται από τα δάκτυλα του υγιούς μαγνητιστή. Οι Θεουργοί και αποκρυφιστές το ονομάζουν μέχρι σήμερα «το ζων Πυρ».

Το Ερμητικο Πυρ, το άσβεστο πυρ στο ναό της Ακρόπολης, οι πύρινες γλώσσες της Πεντηκοστής, το αστρικό φως των Ροδοσταύρων, οι δελφικοί χρησμικοί ατμοί, ο μαγνητισμός και ο ηλεκτρισμός δεν είναι παρά διάφορα ονόματα για πολλές διαφορετικές του εκφράσεις .[9] 

Ένα επίσης θεμελιώδες αξίωμα της Αρχαίας Σοφίας είναι ότι καθετί μέσα στο Σύμπαν, σε όλα τα βασίλειά του, είναι Συνειδητό, προικισμένο δηλαδή με μία συνείδηση του δικού του είδους και πάνω στο δικό του πεδίο αντίληψης. Το ότι οι άνθρωποι δεν αντιλαμβανόμαστε και δεν μπορούμε να αναγνωρίσομε κάποια σημάδια συνείδησης π.χ. στις πέτρες, δεν μας δίνει το δικαίωμα να λέμε ότι δεν υπάρχει συνείδηση εκεί. Δεν υπάρχει νεκρή ή τυφλή ύλη, όπως δεν υπάρχει τυφλός ή ασυνείδητος Νόμος.

Η Ύλη είναι αιώνια. Είναι ο Ουπάντχι (η φυσική βάση) πάνω στον οποίο ο άπειρος Παγκόσμιος  Νούς χτίζει τις ιδεοπλασίες του. Γι’ αυτό ο Αποκρυφισμός ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει ανόργανη ή νεκρή ύλη στη φύση και η διάκριση ανάμεσα στα δύο που γίνεται από την επιστήμη είναι εξίσου αβάσιμη, όσο και αυθαίρετη και στερούμενη λογικής. [10] 

Στα αξιώματα αυτά της αποκρυφιστικής παράδοσης συνθέτονται οι σχολές του Δυισμού και του Μονισμού. Η συνείδηση δεν είναι υποπροϊόν μοριακών κινήσεων του εγκεφάλου, αλλά ούτε και η ύλη δημιουργείται από την συνείδηση. Ως εκ τούτου, ο υλιστικός μονισμός δεν ισχύει, όπως δεν ισχύει και ο ιδεαλιστικός μονισμός. Ο Δυισμός, όπως δείξαμε, είναι αναπόφευκτος κατά την εκδήλωση του κόσμου, καθώς είναι η ίδια η ουσία της ύπαρξής του. 

Η ύλη και η συνείδηση ωστόσο είναι οι δύο όψεις του Ενός Απολύτου, δεν είναι ανεξάρτητες πραγματικότητες, ενώ κάθε εκδήλωση, σε κάθε πεδίο,  είναι προϊόν της αλληλεπίδρασης των δύο αυτών Αρχών.   

 


 

[1] Λεξικό Μπαμπινιώτης

[2] Από πρακτικά του Συμποσίου αναρτημένα στο διαδίκτυο.

[3] Ο.π.

[4] Roger Penrose, σκιές του Νου, Γκοβόστης

[5] Renee Weber, Επιστήμονες και Άγιοι, σ.151, Ιάμβλιχος

[6] Ο.π. σ.101

[7]Ε.Π.Μπλαβάτσκυ, Μυστική Δοξασία Ι, σ.65

[8] Ο.π.σ.65-66

[9]  Μυστική Δοξασία ΙΙ, σ.42-47

[10] Μυστική Δοξασία Ι, σ.319