Τεύχος 07 » Editorial

 

 

Το τεύχος αυτό είναι αφιερωμένο στον καλό μας φίλο Γιώργο Καραχάλιο (1954-2013).

 


editorial2

Ο Σαίξπηρ έγραψε ότι «όλος ο κόσμος είναι σαν μία σκηνή», μία σκηνή θα έλεγα εγώ, επάνω στην οποία η προσωπική ζωή του καθενός ξετυλίγεται μέσω των στενών σχέσεων και των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Κατ’ αυτό το τρόπο, στη ζωή μας υπάρχουν μυριάδες σκηνές τη σκηνοθεσία των οποίων αναλαμβάνουν διαδοχικά οι Μούσες Θάλεια και Μελπομένη, σε μια ασταμάτητη εναλλαγή κωμωδίας και τραγωδίας. Στη ζωή του φίλου μου Γιώργου Καραχάλιου, τη σκηνοθεσία της τελευταίας σκηνής ανέλαβε η Μελπομένη αφήνοντας τον χορό της τραγωδίας να τραγουδήσει με μπρούτζινη φωνή και οδυνηρό κλάμα που διαπέρασε τα πάντα.

Τον Γιώργο Καραχάλιο τον γνώρισα, περίπου πριν 6 χρόνια, στην έδρα της Θεοσοφικής Εταιρείας στην Ελλάδα. Τόσο σε εμένα, όσο και στον σύζυγό μου, έκανε μία θετική εντύπωση. Από τότε συναντιόμασταν τυχαία στο ίδιο μέρος και από καιρό σε καιρό μιλούσαμε και στο τηλέφωνο, ενώ έγινε και συνεργάτης του περιοδικού ΥΠΑΤΙΑ, δίνοντας κάποια άρθρα του για δημοσίευση. Ένα κρύο βράδυ του Οκτωβρίου του 2011 με πήρε τηλέφωνο και με ενημέρωσε ότι ήταν άστεγος για μία εβδομάδα, περιγράφοντάς μου με δραματικές λεπτομέρειες τον τρόπο με τον οποίο προσπαθούσε να επιβιώσει εκείνες τις ημέρες. Του πρόσφερα άμεσα όποια βοήθεια μπορούσα και ταυτόχρονα ενημέρωσα και άλλους φίλους που επίσης τον βοήθησαν έως ότου φιλοξενήθηκε τελικά σε χώρο αστέγων του Δήμου Αθήνας. Ο Γιώργος επίμονα ζήτησε από αυτούς τους λίγους που γνωρίζαμε να κρατήσουμε μυστική την κατάστασή του. Μία απαίτηση, νομίζω φυσιολογική, αφού ήθελε να κρατήσει την αξιοπρέπειά του και δεν επιθυμούσε οι άλλοι να τον αντιμετωπίζουν με οίκτο.

Αυτά τα 2 χρόνια είχαμε μία αραιή μεν, σταθερή δε, επικοινωνία, είτε τηλεφωνικά είτε με συναντήσεις στο σπίτι μου. Τον τελευταίο χρόνο συνήθιζε να περνά τον χρόνο του στην Εθνική Βιβλιοθήκη και σε ένα σπίτι φίλων του, οι οποίοι όμως δεν γνώριζαν τη πραγματική του κατάσταση. Από αυτούς έλαβα μία ημέρα ένα τηλέφωνο για να με ενημερώσουν ότι για μία εβδομάδα δεν είχε δώσει «σημεία ζωής», κάτι που δεν συνήθιζε. Με τον σύζυγό μου τον αναζητήσαμε στον χώρο που γνωρίζαμε ότι φιλοξενούνταν, όπου μας ενημέρωσαν για το «μοιραίο». Το γεγονός που έκανε ακόμα πιο τραγικό το νέο, ήταν ότι ο Γιώργος είχε φύγει έξι μέρες πριν, μόνος, και μάλιστα είχε ήδη θαφτεί, μόνος, ως «αζήτητος». Καταφέραμε να εντοπίσουμε το σημείο ταφής του (μόνο σκαμμένο χώμα χωρίς ούτε όνομα ούτε αριθμό), όπως και να μάθουμε την αιτία (καρδιακή ανακοπή) και τον τρόπο θανάτου του. Μαζί με φίλους φροντίσαμε να γίνει ένα ταπεινό μνήμα και μία τελετή στη μνήμη του για να μπορέσουμε τελικά, έστω κι έτσι, να τον αποχαιρετήσουμε.

Με αυτόν το τραγικό και απροσδόκητο τρόπο χάσαμε έναν αγαπημένο φίλο. Ένα φίλο που αγωνιζόταν να επιβιώσει μέσα σε έναν κόσμο που φαίνεται να μετρά την αξία των πραγμάτων, όχι με βάση το γεγονός ότι όλοι είμαστε ανθρώπινα όντα που παλεύουμε να συνεχίσουμε με τον τρόπο που ο καθένας μας μπορεί, που παλεύουμε να δώσουμε ένα νόημα στα πράγματα. Σε έναν κόσμο που φαίνεται να έχει χάσει την αίσθηση της σημασίας να είσαι άνθρωπος και μετρά τα πράγματα με βάση προσωπικές προτιμήσεις, ιδέες, υλικές αξίες, κοινωνικές τάξεις, κοκ.

Είναι αυτός ο κόσμος, φίλε Γιώργο, που με έκανε τελικά, και ελπίζω να με συγχωρέσεις γι’ αυτό, να μοιραστώ το μυστικό σου μετά τον θάνατό σου. Άλλωστε, φίλε, δεν μου είχες πει ποτέ τι να κάνω σε μία «τέτοια» περίπτωση. Γνωρίζοντάς σε όμως, νομίζω πως θα ήθελες το δικό σου παράδειγμα να κάνει τους ανθρώπους πιο συνειδητοποιημένους στις σχέσεις τους με τους συνανθρώπους τους. Να τους κάνει να καταλάβουν ότι πολλές φορές τα φαινόμενα απατούν και ότι πρέπει να προσπαθούν να είναι πράοι και ευγενικοί με αυτούς που συναναστρέφονται, γιατί ποτέ δεν μπορούν πραγματικά να γνωρίζουν το «βάρος» με το οποίο μπορεί αυτοί να είναι φορτωμένοι. Ότι πρέπει να δείχνουν μεγαλύτερη ευαισθησία και λιγότερη αδιαφορία απέναντι στα προβλήματα με τα οποία η σύγχρονη κοινωνία έχει διαποτίσει τις ζωές των ανθρώπων.

Από αυτόν τον κόσμο έφυγε ο φίλος μας, ελπίζουμε για έναν καλύτερο τόπο. Τα βάσανά του και ο αγώνας του πια τελείωσαν. Αναπαύτηκε μέσα στην ειρήνη που άξιζε. Ακόμα κι αν, όταν άφηνε την τελευταία του πνοή, ή όταν το φέρετρό του σφραγιζόταν για να στείλει το κορμί του στη μήτρα της γης, δεν υπήρχαν φιλικά μάτια για έναν τελευταίο αποχαιρετισμό, η μνήμη του θα παραμένει ζωντανή σε όλους εμάς που τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε. Θα τον θυμόμαστε πάντα ως τον άνθρωπο που ήταν άξιος ερευνητής, συγγραφέας, αρχαιολόγος, θεολόγος και στοχαστής. Ως τον άνθρωπο που ήταν πάντα γεμάτος ζωή, πάντα χαρούμενος, άσχετα από τις πολλές δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Πάντα θα τον θυμόμαστε ως τον άνθρωπο που ήταν πάντα έτοιμος να χαμογελάσει και να ακούσει τους άλλους, πάντα με θετική διάθεση, φιλικός, γεμάτος από ενέργεια και ζωή.

Γιώργο, αναπαύσου εν ειρήνη και ξέρε ότι πάντα θα σε θυμόμαστε με αγάπη.

Έρικα Γεωργιάδη